ευσεβής


ευσεβής
[эфсэвис] εκ. набожный, почтительный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευσεβής" в других словарях:

  • ευσεβής — ής, ές благочестивый, набожный …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐσεβής — pious masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσεβής — ές (ΑΜ εὐσεβής, ές, Μ και εὐσεβός, όν) 1. αυτός που σέβεται τον θεό και τηρεί τις εντολές του, θρήσκος 2. εκείνος που τόν διακρίνει ευσέβεια (α. «ευσεβείς σκέψεις» β. «εὐσεβεῑ γνώμᾳ») 3. αυτός που νιώθει βαθύ σεβασμό προς τους γονείς, δασκάλους κ …   Dictionary of Greek

  • εὐσεβῆς — εὐσεβέω live pres ind act 2nd sg (doric) εὐσεβής pious masc/fem acc pl (attic epic doric) εὐσεβής pious masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευσεβής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που τρέφει πολύ σεβασμό προς κάτι το ιερό: Ευσεβής χριστιανός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αντωνίνος o Ευσεβής — (Τίτος Αυρήλιος Φούλβος Βοϊόνιος Άριος Αντωνίνος, 86 – 161 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας (138 161). Αναφέρεται στην ιστορία ως πιο πράος και ο πιο δίκαιος αυτοκράτορας της Ρώμης. Η σύγκλητος του απέδωσε για τις αρετές του τον τιμητικό τίτλο του… …   Dictionary of Greek

  • εὐσεβῆ — εὐσεβής pious neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐσεβής pious masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐσεβής pious masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβέστερον — εὐσεβής pious adverbial comp εὐσεβής pious masc acc comp sg εὐσεβής pious neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβεστάτων — εὐσεβής pious fem gen superl pl εὐσεβής pious masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσεβεστέρων — εὐσεβής pious fem gen comp pl εὐσεβής pious masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)